ΕΝΑ ΔΑΚΡΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΡΜΙΝΑ
Κατά τον θεριστή και αλωνάρη, βγαίνουν οι θαλάσσιες χελώνες έξω στη στεριά για να γεννήσουν.
Θεόρατες και μόλο αυτό, το έξτρα φορτίο της εγκυμοσύνης, βγαίνουν στις παραλίες, όταν το φως λιγοστέψει και αρχίσει να γίνεται βράδυ. Όλη τη νύχτα μέχρι τα χαράματα.
Είναι σαν βράχοι μαύροι, που ξαφνικά άρχισαν να κουνιούνται κι ανασαίνουν βαριά. Τον νοιώθεις σχεδόν το αέρα που βγάζουν και βάζουν στα σωθικά τους. Τα τεράστια κουπιά πτερύγια δουλεύουν, αφήνοντας τρακτερωτά βαθιά αποτυπώματα στη νωπή άμμο και προχωρούν προς τα μέσα της ακτής, ψάχνοντας για απάγκιο μέχρι να βρουν τον κατάλληλο χώρο να γεννήσουν. Εκεί πάνω, πίσω στη παραλία, ανάμεσα σε αγκάθια, γιαλόξυλα και μικροκάλαμα, ψάχνουν για την καλύτερη δυνατή θέση και εκεί αρχίζουν να σκάβουν. Τα πτερύγια μπροστά, εξακοντίζουν την στεγνή άμμο, ανεμίζοντάς την στον αέρα και κάνοντας ένα τεράστιο βαθούλωμα, εκεί ποστιάζει το κορμί της. Αφού βολευτεί με τα πίσω πτερύγια αρχίζει να ανοίγει μια τρύπα σα φλασκί. Με το ένα σκάβει και το άλλο βγάζει την υγρή άμμο έξω. Θυμίζει παλιό αναβατόριο. Το βάθος της τρύπας είναι γύρω στα 50 εκατοστά. Άσπρα μικρά γυαλιστερά μπαλάκια ακριβώς σαν του πίνκ πόνγκ βγαίνουν απ το κορμί της, σαν σταγόνες νερού χαλασμένης βρύσης. Πολλές φορές, αν τύχει και δεν βολευτεί ή άνθρωπος ή ζώο την ενοχλήσει, γυρίζει στο στοιχείο της, το νερό και εκεί τα απολάει. Μια γέννα τζούφια.
Τα αυγά, στρογγυλά, άσπρα, στοιβαγμένα σαν σοκολατάκια Βελγίου, το ένα πάνω στ άλλο, μπορεί να φτάσουν και τα 180. Ρίχνει την υγρή άμμο πίσω στη φωλιά σκεπάζοντάς με ταχύτητα και τέχνη.
Τώρα έχει ξαλαφρώσει και παίρνει το δρόμο της επιστροφής, προς την θάλασσα.
Αφήνει τα παιδιά της στην στεριά χωρίς γένος και προστασία. Η παράδοση λέει, ότι αφήνει κι ένα δάκρυ πίσω.
Το γένος καθορίζεται από το μικροκλίμα της φωλιάς, ζέστη για τα κορίτσια, κρύο για τα αγόρια. Κίνδυνοι, αμέτρητοι ελλοχεύουν στην ακτή, κουνάβια, αρουραίοι και πιο πολύ ο άνθρωπος με τ΄αυτοκίνητα, μοτοσυκλέτες, ομπρέλες, ξαπλώστρες και σκουπίδια.
Ανάλογα με τον καιρό η επώαση τελειώνει γύρω στις 52 μέρες.
Τα πρώτα ζωάκια τρυπάν την άμμο όλα μαζί και φουρνιές -φουρνιές βγαίνουν έξω και πετώντας σχεδόν, τρέχουν σαν τρελά, να βρουν την θάλασσα. Ο προσανατολισμός τους είναι το χαμηλό φως το ορίζοντα. Το τρέξιμο αυτό τα βοηθάει, όπως και στον άνθρωπο -το πρώτο κλάμα- να δυναμώσουν και να ξεμουδιάσουν από την κουλουριασμένη στάση τους μέσα στο αυγό. Επτά μέρες περιμένουμε μετά από την τελευταία φουρνιά. Την έβδομη μέρα ανοίγουμε το λάκκο της φωλιάς και εξετάζουμε τα τσόφλια των αυγών, από τα οποία βγήκαν χελωνάκια, αλλά κι εκείνα τα αυγά που δεν μπόρεσαν να εκπληρώσουν το σκοπό τους. Η κατάσταση του εσωτερικού και του εξωτερικού των αυγών κ.λ.π βοηθάει την επιστημονική μελέτη, παραμορφώσεις τυχόν του εμβρύου και ιδιαίτερα πιθανές συνέπειες από ανθρωπογενείς δραστηριότητες στην παραλία, που μπορούν να διακόψουν την ωρίμανσή τους. Χθες λοιπόν, 21 του Τρυγητή κατεβήκαμε στην παραλία για να ανοίξουμε μια φωλιά. Γάντια, μικρά σκαρπέλα, μαχαιράκια, λαβιδούλες και χαρτιά βγήκαν απ τα σακίδια. Τρις εθελοντές αρχίζουν να σκάβουν με τα χέρια την άμμο διστακτικά, ήταν η πρώτη φορά που οι νέοι αυτοί επιστήμονες, ξέθαβαν φωλιά θαλάσσιας χελώνας.
Γύρω γύρω έχουν μαζευτεί καμιά 20αρία παιδιά. Όλα Ιταλάκια. Κοιτάζουν παραξενεμένα το ιδιαίτερο σκηνικό. Ο λάκκος βαθουλώνει όλο και περισσότερο και κάποτε διακρίνεται το πρώτο τσόφλι. Ο εθελοντής το πιάνει πολύ προσεκτικά και με το δάχτυλο του ελέγχει, αν το τσόφλι είναι τελείως άδειο. Το τοποθετεί πολύ προσεκτικά σε ίσια αμμουδερή επιφάνεια και το σκάψιμο συνεχίζεται με πολύ φροντίδα.
Τα πιτσιρίκια έχουν κάνει ένα σωστό τειχάκι γύρω από την τρύπα, άλλα πάλι προσπαθούν, μπαίνοντας ανάμεσα στα σκέλια των μπροστινών, να τραβήξουν την άμμο προς τα πλάγια ή προσπαθούν να σιγουρέψουν την θέση τους για να βλέπουν καλύτερα. Εν τω μεταξύ έχουν έρθει και ενήλικες, που ήταν ακόμη εκείνη την ώρα στην παραλία, κατά πάσα πιθανότητα οι γονείς τους. Πέντε έξη αυτοκίνητα ειδοποιημένα από τους Ιταλούς, που ήταν κοντά μας, αφήνουν τα καταλύματα τους και ξανακατεβαίνουν στην παραλία. Τώρα πρέπει να είμαστε καμιά πενηνταριά άνθρωποι. Ιταλοί από Ρώμη και Μιλάνο, εθελοντές και εθελόντριες από Ισπανία, Αγγλία, Γαλλία, Πολωνία και εμείς από δίπλα. Ένα μας ενώνει: να κοιτάζουμε με σεβασμό και σοβαρότητα τα υπολείμματα μιας γέννας. Τη γέννα μιας θαλάσσιας χελώνας, παιδιά που δεν θα τα δει ποτέ, αλλά που ίσως μετά από 30 χρόνια, αυτά γυρίσουν να γεννήσουν , στις ακτές του Όρμου του Κατελειού.
Η υπεύθυνη της εκσκαφής μέσα στις πολλές πληροφορίες που δίνει είναι και το ότι «πότε πότε βρίσκουμε και κανένα ζωντανό χελωνάκι μέσα στην φωλιά όταν κάνουμε εκσκαφή». Τα δάχτυλα ντυμένα σε γάντια χειρουργείου δουλεύουν ακατάπαυστα. Ο κόσμος στέκεται γύρω μιλώντας, γελώντας, φωτογραφίζοντας με μια γλυκιά προσμονή για κάτι πιο ευχάριστο. Πραγματικά και όταν έχουν βγει στην επιφάνεια καμιά 70αριά σπασμένα αυγά και καμιά 20αρία ατόφια με το υλικό μέσα τους, φωνάζει μια από τις εθελόντριες, που ήταν με το κεφάλι χωμένη στο λάκκο, «ένα χελωνάκι, ένα χελωνάκι».
Από μακριά βλέπει κανείς να κουνιούνται αδύναμα τα άκρα του. Με πολύ προσοχή, κάνοντας ο εθελοντής τα χέρια του χούφτα, το τραβάει προς τα πάνω και απαλά το εναποθέτει πάνω στην στεγνή άμμο. Το μαύρο δέρμα του είναι υγρό ακόμη. Αμμοπασπαλίζεται, κουνιέται αδύναμα κανά δυο φορές προς τα δεξιά αριστερά και ξεκινάει να κάνει αβέβαια τα πρώτα βηματάκια του με κατεύθυνση την θάλασσα. Ο κόσμος κρατάει την ανάσα του. Οι πιο νηφάλιοι συνεχίζουν την φωτογράφιση. Το ζωάκι μες στην αρχή της νύχτας περπατάει με κατεύθυνση προς το νερό. Τα παιδιά χειροκροτούν, οι μεγάλοι κάνουν λογαριασμούς πόσο θα χρειαστεί μέχρι να βρει την άκρη του νερού. Το τοσοδούλι πραγματάκι περπατάει δεν «πετάει», σιγά -σιγά προς το νερό. Άνδρες ξαπλωμένοι πάνω στην άμμο με τα παιδιά τους, του ανοίγουν το δρόμο, ισοπεδώνουν την άμμο, τα πλαϊνά της τροχιάς του ανυψώνονται λίγο για να προχωράει ευθεία.
Κάποιος ξαφνικά βγάζει μια φωνή ρωτώντας και «πώς θα την λέμε»? Κάποιος άλλος έτσι όπως συνηθίζεται στις έκτακτες βαφτίσεις, είπε «Ερμίνα». Λες και είχε παρθεί ομόφωνα η απόφαση για τ όνομα, τώρα τη φωνάζουν όλοι μικροί και μεγάλοι «Ερμίνα, Ερμίνα».
Σωστό πανηγύρι γίνεται, μόνο σαμπάνιες που δεν ανοίξαμε, όλοι χόρευαν τραγουδώντας «Ερμίνα, Ερμίνα».
Το χελωνάκι όμως δεν ανταποκρίνεται στις ιαχές μας. Παλεύει με την αδυναμία του και μια δυσπλασία με την οποία ήρθε στον κόσμο. Το ένα του πτερύγιο από αριστερά είναι κοντύτερο από το δεξί, έτσι που η διαδρομή του γίνεται όχι ευθεία, αλλά με αρκετά ζιγκ ζαγκ. Αυτό όμως δεν ενοχλεί καθόλου το πλήθος, που μέσα στην απόλυτη σιωπή και τη γαλήνη της βραδινής παραλίας, κοιτάνε με ορθάνοιχτα μάτια το ζωάκι, που προχωράει την δαντελωτή του διαδρομή. Του φωνάζουν γλυκά, του τραγουδούν, του δίνουν κουράγιο μέχρι που το ζωάκι έχει φτάσει μια δυο σπιθαμές από εκεί που φτάνει απαλά – απαλά το κύμα. Έχει διανύσει μια απόσταση περίπου οχτώ μέτρων. Τώρα όλοι σωπαίνουν. Κανά δυο κρόουλ του μικρού ζώου με τα πτερύγια που έχουν άνισο άνοιγμα και θα χει φτάσει στο νερό. Στην τελευταία φάση το χελωνάκι, σαν παιδί που φοβάται το νερό, φρενάρει ,και κάνει μια στροφούλα προς τ΄ αριστερά. Σπάνια νεογέννητα φωτογραφήθηκαν τόσες φορές όσες η Ερμίνα. Ο αφρός του κύματος την ακούμπησε και είναι σαν να το ξανασκέφτεται να «μπω ή να μη μπω»? Την τελευταία απόφασή της την πήραν δυο παιδιά για κείνη. Ένα από αυτά και ενώ όλοι τραγουδάνε «Ερμίνααα, Ερμίνααα» σκύβει την πιάνει προσεκτικά στα χέρια του και την βάζει στο νερό. Δυο τρία κύματα και το ζωάκι ταλαντεύτηκε πάνω κάτω. Μετά άρχισε να κολυμπάει. Το ανάπηρο μας χελωνάκι! Η Ερμίνα μας!
Το τραγούδι μας την συνόδεψε για πολύ. Όλοι μισοτσαλαβουτιγμένοι, για ακόμη μια φορά στο θαλασσόνερο, φωτίζοντάς την, έτσι μέσα στο νερό μένα φακό, διαπιστώνουμε ότι έχει πάψει να κολυμπάει. Κάποιος αποφασίζει να την πάει πιο μέσα κρατώντας την στο χέρι του. Στα βαθιά την άφησε.
Ίσως να έχει τύχη η Ερμίνα μας.
Μπορεί να συνήθισε να κολυμπάει με τα δυο της άνισα μπροστινά κουπιά.
Ήταν αστειούλα.
Της είπαμε πολλές φορές καλό ταξίδι και μετά χάθηκε.
Μερικοί από τους παρευρισκόμενους φιληθήκανε από χαρά.
Άλλοι γελούσαν και ευχαριστούσαν τους φίλους, που τους ειδοποίησαν, να ξαναγυρίζουν στην παραλία.
Το απαλό μαύρο βελούδο της νύχτας, μας σκεπάζει σαν κουκούλι στο δρόμο της επιστροφής μέχρι εκεί που είχαμε αφήσει το αυτοκίνητο. Ήταν μια διαδρομή περίπου 800 μέτρα. Αισθάνθηκα όμορφα. Έπαιρνα βαθιές αναπνοές και το μυαλό μαζί με την καρδιά μου προσπαθούσαν να την ξαναδούν.
Έτσι μαυρουδερή κι απειροελάχιστη σε σχέση με το σύμπαν. Τόσο αδύναμη και μικρούλα και με το αριστερό της να μη λειτουργεί όπως το δεξί.
Την λυπήθηκα και φοβήθηκα με φόβους ανθρώπινους. Της φώναξα από μέσα ακόμη μια φορά «καλό ταξίδι». Σκούπισα ένα ζεστό δάκρυ πούτρεχε στο δεξί μου μάγουλο. Είχαμε φτάσει στο αυτοκίνητο. Θα χρειαζόταν δέκα λεπτών ταξίδι και θάμουν στον δικό μου αποψινό προορισμό.
Εκείνη θα ταξιδεύει, ξαναευχήθηκα.
Αυτές τις αράδες κείμενο χαρίζω σ΄ εκείνα τα παιδιά και σε εκείνους τους ενήλικες – γυναίκες και άνδρες- με τους οποίους μοιραστήκαμε την διάσωση, ονομασία και συνοδεία της Ερμίνας μέχρι το σπίτι της- την θάλασσα-την 21η Αυγούστου του 2012.
Αν επιζήσει και κατορθώσει να τα βγάλει πέρα και φτάσει στην ηλικία να γεννήσει-αν είναι κορίτσι-και ξανάρθει κάποτε εδώ που γεννήθηκε για να φτιάξει την δική της την φωλιά, εγώ δεν θα είμαι μαζί της. Τότε!
Αλλά ίσως κανένα από τα Ιταλάκια.
Μαριάνθη Σαμόλη
Κατελειός, Αύγουστος 2012